Τρίτη, 22 Φεβρουαρίου 2011

Η συν-κίνηση του άλλου

Το καταγωγικό ίχνος της εξέγερσης, στον τόπο των ψυχικών εγγραφών, αναζητά η Julia Kristeva στο «Νόημα και μη νόημα της εξέγερσης». Το Πολιτικό έτσι δεν εντοπίζεται στον πραγματισμό του κοινωνικοπολιτικού του λόγου αλλά στο θεμέλιο της απειρίας του ασυνείδητου. Αρχαιολογώντας μάλιστα τη λέξη εξέγερση, (revolte), και φθάνοντας μέχρι τις λατινικές και σανσκριτικές της ρίζες, η Kristeva αποδίδει, μέσω των εκλεκτικιστικών της ανακλήσεων, στη λέξη, την έννοια της κίνησης. Η εξέγερση ως μια μοναδική δυνατότητα συν-κίνησης όχι ακόμη όμως το επίπεδο των πολιτικών πρακτικών αλλά στο υπέδαφος των αισθηματικών αναταραχών μας.
Η προσέγγιση της Kristeva λαμβάνει χώρα μέσα στο σύγχρονο περιβάλλον της εικόνας. Ένα περιβάλλον που διασκορπίζει την ακεραιότητα του υποκειμένου στις μιντιακές του αντανακλάσεις. Μια τάξη πραγμάτων που απειλεί αυτή την ίδια τη δυνατότητα της εξέγερσης, τη δυνατότητα της ψυχικής μας συν-κίνησης, πάντα αυτή όμως, πέραν του Νόμου. Ό, τι ακριβώς η Kristeva θα ονομάσει «εμπειρία της ευτυχίας», αυτή η «αναμνημόνευση» της καταγωγικής μας εξέγερσης ενάντια στον Πατέρα, η μετάθεση μας στη σκηνή μιας ασυνείδητης ελευθερίας, ενός ανοικτού και διαθεσίμου νοήματος. Οι γλωσσικές τοπικές έτσι της φροϋδικής, κυρίως, ψυχανάλυσης αλλά και βαθιά μνήμη της λογοτεχνικής γλώσσας θα γίνουν οι σκηνές της εξέγερσης της ίδιας της γλώσσας ενάντια στην εξουσία του Ενός, «ενάντια στην ταυτότητα: ταυτότητα του φύλλου και του νοήματος, της ιδέας και της πολιτικής, του Είναι και του άλλου». Αυτή η μνήμη της κουλτούρας όπου στις πτυχώσεις της ενθυλακώνεται η διττή προοπτική της εξέγερσης, η αμφίσημη μοίρα της.
Ο τόπος της ψυχανάλυσης αναγνωρίζεται έτσι ως ένας τόπος εξέγερσης, όπου ο αναλυόμενος ανακτά την βαθύτερη μνήμη του, τη μνήμη μιας ασυνείδητης ελευθερίας. Μια ψυχική ανάδυση απ’ αυτά τα σκοτεινά και ακίνητα νερά της λήθης, και μια αδιανόητη μαζί αφήγηση που εκτρέπεται διαρκώς σ’ αυτή τη μεταμορφωτική προοπτική της μεταβίβασης, της επανάκτησης ενός χαμένου κέντρου. Το ίχνος μιας δυνατής πλέον δυνατότητας, αυτής της ίδιας της δυνατότητας της εξέγερσης, της «ενεστωποίησης» του χρόνου της. Η ψυχαναλυτική έτσι γλώσσα γίνεται ο τόπος όπου το γλωσσικό όργανο εκτρέπεται στο αλλεπάλληλο των αναπαραστάσεων του, στις αναμορφωτικές στιβάδες του ψυχισμού. Δεν είναι έτσι μια κοινή γλώσσα αλλά μια γλώσσα εκτροπής, μια γλώσσα απωθημένη, ακυρωμένη στο συμβολικό πλαίσιο και γι αυτό ένα μνημείο της μνήμης. Η Kristeva επενδύει την πίστη της στην εξέγερση πάνω στην συμβαντικότητα αυτής της γλώσσας, στις συμπτωμικές της εκλάμψεις, στην ετεροτοπία του φορτίου της, στην ετεροτοπία του αλλού, αυτού του αλλού που όμως δεν υπάρχει. Ένα αδύνατο επέκεινα έτσι της γλώσσας, ένα Έξω, που κάνει τη γλώσσα να τραυλίζει, να εξεγείρεται, να διαρρηγνύει τις δομές της, τις όποιες γλωσσολογικές και στρουκτουραλιστικές της καθηλώσεις. Μια γλώσσα έτσι που μιλά κατ’ ευθείαν σ’ αυτή τη βαθιά σιωπή του Είναι και που κάνει τώρα αυτή τη σιωπή να θυμάται, ό, τι είναι σχεδόν αδύνατο να θυμηθεί κανείς. Μέσω αυτής της γλώσσας έχουμε έτσι μια πρόσβαση σ’ αυτή την άλλη σκηνή του Είναι, σ’ ένα καταγωγικό τόπο όπου οι λέξεις αναλαμβάνουν τα ίχνη τους, τις μνημονικές τους απολήξεις, τις βαθιές εγγραφές τους. Χαράξεις, όπου εκχέουν τον μαγματικό τους λόγο, αυτό το ορμικό ίχνος του θανάτου. Ο τόπος της ψυχαναλυτικής γλώσσας είναι έτσι για την Kristeva αυτό το «Εκεί» του Είναι. Το Εκεί της ανάμνησης, της βαθύτατης ανάμνησης του ανθρώπου, «ένας τόπος όπου αποσυνδέονται το κατονομαστό και το ακατονόμαστο, το ορμικό και το συμβολικό, η γλώσσα και αυτό που δεν είναι γλώσσα.» Το εξεγερτήριο κάλεσμα όμως αυτού του λόγου δεν έχει μια φορά προς τα μπρος, όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει η Kristeva, αλλά προς τα πίσω, ένα κάλεσμα επιστροφής, αυτός ο «συντελεσμένος μέλλοντας» του Mallarme. Μια εμβύθυνση σε μια αρχική, καταγωγική, ορμική επιθυμία ζωής ή θανάτου.
Για την Kristeva υπάρχει στον Freud ένας ορίζοντας του Είναι που είναι πέραν του ψυχικού, η «εξωψυχική σκηνή» μιας φαντασιωσικής αφήγησης που εγείρει αυτό «το άλλο της γλώσσας». Μια αμφιλεγόμενη φροϋδική οντολογία που μας εκθέτει στην εξωτερικότητα μας, στο μη αναπαραστάσιμο της γλώσσας. Μια αρνητική «σήμανση» που μας καθιστά υποκείμενα, πάντα όμως, σ’ αυτόν τον τόπο του άλλου, στη γλώσσα του άλλου. Γιατί υπάρχει μια γλώσσα που εκτρέπεται πέρα από τη γλώσσα και που μοιάζει να μην είναι γλώσσα. Είναι αυτοί οι ελεύθεροι συνειρμοί που συγκροτούν για την Kristeva τη φροϋδική γλώσσα της ανάλυσης. Ένα αφηγηματικό περιβάλλον πράξεων «που η ένταση τους αποσταθεροποιεί τη γλώσσα». Μια γλώσσα στα όρια του άλλου καθώς μετεωρίζεται πάνω απ’ όλες τις πραγματικότητες του κόσμου. «Βρισκόμαστε στη καρδιά του ανοίκειου», θα πει η Kristeva, στο καθεστώς της απεύθυνσης μας στον άλλον. Σ’ αυτόν τον άλλον που γίνεται η Εξωτερικότητα μας, το πεδίο της υπαρκτικής μας αναφορικότητας, αυτή η ίδια η δυνατότητα της επί-κοινωνίας μας. Το Εγώ έτσι υπάγεται σ’ αυτή την άλλη σκηνή που το υπερβαίνει αλλά και το συγκροτεί ταυτόχρονα. Φέρω το άλλο μέσα μου. Είμαι αυτό το άλλο αν είμαι, όπως ίσως θα έλεγε ο Celan. «Ο αποδέκτης είναι ένα Είναι – άλλος, το «εγώ» είναι ένα Είναι – άλλος, αυτοί οι άλλοι αλλοιώνονται καθώς σκέφτονται ο ένας τον άλλον». Μια εμπειρία ετερότητας, αυτό το ερωτικό συμβάν, που εγγράφεται πάντα από τους «άλλους», από απαγορευμένους «άλλους», απ’ αυτή την αποτυχία του Οιδιπόδειου, που η Kristeva θα διερευνήσει σ’ αυτές τις διαλέξεις της τόσο εξαντλητικά. Είναι αυτός ο αδύνατος εν τέλει άλλος που στοιχειώνει το ψυχισμό και ριζοσπαστικοποιεί το Είναι του αλλά και αυτό το Είναι της γλώσσας.
Στον ορίζοντα αυτού του αδύνατου άλλου η Kristeva στρέφει την προσοχή της στο συμβάν της λογοτεχνίας. Μιας λογοτεχνίας όμως απόλυτα παραδομένης σ’ αυτό το αδύνατο άλλο, στη σκηνή της εκτροπής της. Μια σκηνή που καθιστά τη λογοτεχνία ένα οριακό γεγονός, μια τελική εμπειρία. Θα είναι μάλιστα στον «Μαύρο ήλιο της μελαγχολίας», που θα ακουστεί από την Kristeva αυτή η επιβλητική διατύπωση: «Όποιος διαβάσει λογοτεχνία, πραγματικά όμως, κινδυνεύει να μείνει στον τόπο». Είναι το περιβάλλον μιας ριζικής απιστίας απέναντι στον κόσμο, «η απορύθμιση όλων των αισθήσεων», μια βαθιά σιωπή της γλώσσας που απαστράπτει πάνω απ’ όλες τις λέξεις της. Μια λογοτεχνία που δεν εδράζεται στη διακοσμητική χρήση των λέξεων αλλά στο κατώφλι του θανάτου της, σ’ αυτό το μοναδικό και αυθεντικό άλλο, σ’ ένα «εξωυποκειμενικό πραγματικό που είναι όλο και πιο αδύνατο πλέον να περιγραφεί». Σ’ αυτό το «ταξίδι στην άκρη της νύχτας» που είναι και «το όριο του απόλυτου, το όριο του νοήματος, το όριο του όντος» ιχνογραφείται μια σκέψη που αν και είναι πέραν της πράξης εντούτοις έλκει τον κόσμο, πάντα αυτόν πέραν των σημείων του, σ’ αυτή την υπερρεαλιστική του διάσταση. Είναι αυτή η «απειρία της γλώσσας» που στον Aragon, ένα παράδειγμα που ξεχωρίζει η Kristeva, γίνεται αυτός ο ίλιγγος του πραγματικού, οι φαντασιακές εκτροπές του. Μια νέα συμβολική συνθήκη που θα αποχωρίσει τον κόσμο απ’ το πραγματικό του ίχνος αφιερώνοντας τον στον τόπο του άλλου. Ενός όμως ανυπόφορου και αδύνατου άλλου, όπως καθοριστικά θα τον περιγράψει ο Lacan. Η πολιτική έτσι στράτευση του Aragon γίνεται αντιληπτή απ’ την Kristeva, ως ένα «ασυνείδητο αντίβαρο» στην επικίνδυνη φαντασμαγορία του άλλου, στον κίνδυνο της απώλειας που επιφυλάσσει στο «Εγώ». Αυτή η πειθαρχία του συνειδητού, του πραγματιστικού λόγου, απέναντι στην απειθαρχία της ασυνείδητης και άπειρης γλώσσας. Προσχωρώντας στο Κόμμα ο Aragon ανθίσταται σ’ αυτήν ακριβώς την απειρία των μεταφορών της. Ο εξεγερμένος έτσι λόγος δεν είναι ένας λόγος που συγκροτεί ένα Εγώ, μια συνείδηση του Είναι του, αλλά περισσότερο μια διασπορά, μια περιπλάνηση στον τόπο του άλλου, στον τόπο του αδύνατου, και έτσι μια μαρτυρία αυτού του αδύνατου, μια αδύνατη μαρτυρία, αυτή η μυστική απόλαυση του λόγου. «Ο ποιητής έτσι είναι γυναίκα: είναι η Ιρέν και γράφει το αδύνατο της θηλυκότητας, το αφομοιώνει, το ρουφά σαν ένα βαμπίρ. Και έτσι κατορθώνει ωστόσο να μαρτυρήσει για το αδύνατο και συγχρόνως για την απόλαυση, τα οποία σ’ αυτή την τραγική αμφισημία, θα είχαν αναμφίβολα παραμείνει βουβά». Αυτό το εξεγερμένο θηλυκό ενάντια στην εξουσία των υιών, σ’ αυτή την εξουσία εν τέλει του Πατέρα.
Ο σαρτρικός τύπος του ελεύθερου ανθρώπου είναι για την Kristeva μια ακόμη προεικόνιση αυτού του αδύνατου εξεγερμένου. Ο ελεύθερος άνθρωπος του Sartre δεν είναι μια μοίρα, ένα θεϊκό πεπρωμένο, αλλά μια «αντιφύσις», ένα απάνθρωπο άλλο, και μάλιστα δίχως την υπόσχεση της τελικής του σωτηρίας. Ένας αρνητικός ορίζοντας, μια υπαρκτική σχάση ακριβώς εκεί στη καρδιά του Είναι που εγείρει αυτή την ετερότητα του Ξένου, του εκτός νόμου, του εκτός πολιτείας. Αυτός ο ανθρωπότυπος του Ορέστη: «Είμαι ελεύθερος Ηλέκτρα. Η ελευθερία μου χύθηκε πάνω μου σαν τον κεραυνό» και μάλιστα μ’ αυτή την «ορμή του θανάτου», όπως θα ωραία θα επισημάνει η Kristeva. Μια ορμή που ξεβράζει το υποκείμενο στην «απέναντι όχθη», στη σκηνή του άλλου. Το εξεγερμένο έτσι υποκείμενο του Sartre είναι ένα υποκείμενο εγκαταλελειμμένο σ’ αυτή την απουσία του άλλου, το ίχνος ενός μοναχικού Είναι, ενός όντος που περισσεύει, «ένα σύνορο μεταξύ Είναι και μη Είναι», αυτό το φροϋδικό, μελαγχολικό υποκείμενο που διαβιεί λαθραία σε όλα τα σύνορα της ζωής. Και σ’ αυτό τώρα το σύνορο του άλλου.
Βρισκόμαστε όμως ήδη μέσα στην τελικότητα της γλώσσας, στο «βαθμό μηδέν της γραφής της», όπως θα πει ο Barthes, που θα γίνει για την Kristeva αυτός ο σύγχρονος τόπος του τραγικού. Το άπειρο ερμηνευτικό εγχείρημα του Barthes είναι για την Kristeva μια εξεγερσιακή εμπειρία. Το ίχνος της γραφής ως αυτό το όριο της ίδιας της τρέλας, του ανείπωτου και γι αυτό μια μοναδική «δοκιμασία ελευθερίας» για τον άνθρωπο. Το υποκείμενο έτσι της γραφής είναι ένα υποκείμενο που εσωτερικεύει διαρκώς την Εξωτερικότητα της. Ένα Έξω που γίνεται αυτός ο καταγωγικός πυρήνας του Είναι, ο εσωτερικός του εαυτός, η «έσω γλώσσα του». Μια έξω-εσωτερικότητα που υπερβαίνει την αναλυτική του υποκειμένου προς μια αφήγηση του κόσμου υπαγορευμένη εξ ολοκλήρου απ’ αυτή τη σκηνή του άλλου, τη σκηνή του ακατονόμαστου. «Η γραφή μιλάει για τον τόπο του νοήματος, αλλά δεν τον κατονομάζει», μια σημαίνουσα φράση του Barthes όπου η γλώσσα εντοπίζεται στο σιωπηλό ίχνος της γραφής της, στην αδιαφάνεια της δεξίωσης της από τον άλλον. Ένα ανεικόνιστο πεδίο απόλυτα παραδομένο όμως στη σαγήνη. «Γράφω», θα πει αποκαλυπτικά ο Blanchot, «σημαίνει εισέρχομαι στην κατάφαση της μοναξιάς όπου ενεδρεύει η απειλή της σαγήνης». Το «επέκεινα της γλώσσας», αυτό το επέκεινα του ίδιου του υποκειμένου. Ένα περίκλειστο σύμπαν εξωγλωσσικών αναφορών, το άλλο μέσα στο ίδιον. Γι αυτό και ο συγγραφέας γίνεται ο τόπος του διχασμού, η ενσάρκωση του εξεγερμένου πεδίου της γλώσσας, ενός νοήματος που κατακρημνίζει όλες τις ολοποιητικές αναπαραστάσεις του κόσμου και διακτινίζει προς κάθε δυνατή αλλά και αδύνατη κατεύθυνση τα θραύσματα του. Θραύσματα όλα ενός απωλεσμένου καθρέπτη, αντανακλάσεις που πέφτουν, σιωπές, όλες οι σιωπές των κειμένων.