«Οιονεί δοκίμια» χαρακτηρίζει ο συγγραφέας και κριτικός Γιώργος Αριστηνός τα «Τοξικά απόβλητα», μια συλλογή σαράντα πέντε κειμένων του, επιφυλλίδων του στην σαββατιάτικη Ελευθεροτυπία. Οι καταγωγές της νεωτερικότητας, οι δυσανεξίες της, το φαγοπότι των σελίδων της, οι παραδοσιακές αλλά και οι ανιστορικές της απολήξεις, οι ελληνικοί της γρίφοι, κείμενα εν τέλει πάνω σ’ αυτό το συμβάν της γραφής, σ' εκείνα τα έργα που έχτισαν το νεωτερικό φαινόμενο και διέσπειραν το ιοβόλο του ίχνος, όλο αυτό το παίγνιο της γλώσσας που εκθέτει και εκτίθεται. Την συλλογή την ανοίγουν δυο πολεμικά κείμενα, που δίνουν και το ύφος του βιβλίου. Είναι αυτό το βίαιο ίχνος της ίδιας της γραφής, «η βία που υπαγορεύει την υφή της φράσης και την επιλογή του λόγου». Ένας λόγος «εμποτισμένος όπως η γάζα στο αίμα που προεξαγγέλλει αλληγορικά ένα ανασκαμμένο τοπίο θανάτου». Είναι το ίχνος αυτής της γραφής που δεν λέει την αλήθεια του κόσμου, που η αλήθεια του κόσμου είναι η λήθη του, η απόσυρση του μέσα στο σύμπαν του κειμένου. Η λογοτεχνία έτσι δεν είναι η κειμενική εκδήλωση της ζωικής πλοκής αλλά η κειμενική της εκτροπή, η σαγήνευση της, το όχημα για να αποκαλυφθεί ένα άλλο τοπίο, μια άλλη ιστορία, κάτω απ’ αυτή την ιστορία του κόσμου, μια διαστροφή του αφηγηματικού λόγου που δεν εκδηλώνεται με ακολουθίες ή ανακολουθίες γεγονότων αλλά με σαγήνη. Ο Αριστηνός είναι αγκιστρωμένος με μια μανική πίστη εκεί στις παρυφές ενός ύστερου μοντερνισμού, που δεν υποχωρεί, δεν εγκαταλείπει, δεν παραδίδεται στις ψευδονατουραλιστικές του καθηλώσεις αλλά ούτε και στην αδυναμία της σιωπής του. Αυτή η «σημαινόμενη ύλη» του κόσμου που δεν θα εγκαταλείψει τη γραφή στο ναυάγιο της έκλειψής της. Το «λαϊκό έπος» έτσι που ο Αριστηνός αναγνωρίζει στον Οδυσσέα του Τζόις διασώζεται καθώς κομίζει μια άλλη σκηνή, μια σκηνή που εν τέλει το υπερβαίνει, σαγηνεύοντας το. Η σαγήνη είναι εκτροπή, είναι αυτή η σκηνή του επέκεινα του κόσμου. Η αλήθεια του ανθρώπου άλλωστε είναι η αλήθεια της επιθυμίας του, μιας επιθυμίας όμως διάφανης, που παίρνει όλα αυτά τα σχήματα του κόσμου για να παραμείνει η ίδια αόρατη. Η λέξη σκύλος έτσι δεν δαγκώνει, όπως έλεγε ο Henry James, άρα η λέξη λέει κάτι άλλο, πάντα κάτι άλλο. Οι λέξεις άλλωστε έρχονται από αλλού.
Σ αυτά τα δοκίμια του Αριστηνού είναι κάποιοι συγγραφείς που έρχονται ξανά και ξανά, με μια μανιακή, (η λέξη αυτή είναι μία από αυτές τις λέξεις που χαρακτηρίζουν και τη γραφή του Αριστηνού), διάθεση. Ο Φλομπέρ, ο Προύστ, ο Τζόις, ο Παπαδιαμάντης, ο Καρούζος. Είναι αυτές οι προσυπογραφές του Αριστηνού, που καθιερώνουν και διασώζουν αυτό το ίδιο το ίχνος της γραφής του, το παλίμψηστο και διασκορπισμένο της σώμα. Αυτή η κυκλοφορία του Ραστινιάκ, που τόσο ωραία επισημαίνει τη διαδρομή του ο Αριστηνός, από τον έναν συγγραφέα στον άλλον, από το ένα κείμενο στον άλλο. Αυτή η στιγμή που στην Αισθηματική αγωγή του Φλομπέρ ο Ντελοριέ απευθύνεται στον Φρεντερίκ Μορό με τη φράση: «Θυμήσου τον Ραστινιάκ στην Ανθρώπινη κωμωδία», ή όπως ο Μάρλοου που κυκλοφορεί με άνεση σε διάφορα έργα του Κόνραντ δίχως απαραίτητα να είναι και το ίδιο πρόσωπο αλλά και η Μαντάμ Μποβαρύ ακόμη που συνομιλεί μυστικά με τα αντίστοιχα ρομαντικά μυθιστορήματα της εποχής της, που τα απορροφά, τα επαναλαμβάνει, αλλά μαζί και τα αμφισβητεί, τα μετασχηματίζει, αυτή η χειρονομία της μεγάλης λογοτεχνίας. «Η γραφή», λέει ο Αριστηνός, με αφορμή τον Πιερ Μενάρ του Μπόρχες, «δεν είναι κάτι έξω από τον εαυτό της, μια πράξη, ας πούμε, καταγραφής και διαιώνισης της μνήμης ή αυτογνωσίας, αλλά μια αναπαραγωγή εις το διηνεκές». Ο συγγραφέας έτσι δεν είναι ο δεξιοτέχνης της γραφής, αλλά αυτός που γράφεται, που αφήνεται στο καθεστώς της εγγραφής του, στην επήρεια της γλώσσας. Μια γλώσσας όμως χαοτικής και αμφίσημης που καθιστά σχεδόν αδύνατη οποιαδήποτε απόπειρα τελεσίδικης ερμηνείας, ανάλυσης ή εξήγησης της. Υπάρχει μόνο αυτή η διασπορά του κειμένου, οι στιγμιαίες αναγνωστικές του καθηλώσεις και εκτροπές. Αυτό το ίδιο το κείμενο που διανοίγει σχεδόν από μόνο του μια σχέση με τα άλλα κείμενα. Αυτό το περιβάλλον της διακειμενικότητας, του κειμενικού αποθέματος, αυτού του «άγχους της επίδρασης», όπως θα πει ο Μπλουμ, που κατατρώει το δημιουργό. Άλλωστε όπως σωστά διατείνεται ο Αριστηνός το πρωτότυπο δεν υπάρχει, το πρωτότυπο απωλέσθη. Αυτό που υπάρχει είναι η κυκλοφορία του, η διάχυση του, η μεταβολή του σ’ αυτό το καθεστώς της επανεγγραφής, η μετάθεση του σε μια νέα σκηνή, σ’ ένα νέο ύφος, μια λέξη που επανέρχεται διαρκώς σ’ αυτά τα κείμενα. Ακόμη και η πιστή του αντιγραφή είναι σχεδόν αδύνατη, αυτή η μοναδική, οντολογική, υπεροχή της υπογραφής: «Γιατί τίποτε δεν μένει απαρασάλευτο στη δίνη ή στο βορβορυγμό του χρόνου, στη συνεχή αληλοπεριχώρηση των πραγμάτων: ο δίδυμος, ο σωσίας, το δακτυλικό αποτύπωμα, για να μιλήσω μεταφορικά, το αντίγραφο του πρωτότυπου αποκτούν μια διαφορετική υπόσταση, άλλα υφολογικά και νοηματικά χαρακτηριστικά κατά την απαράλλακτη επανάληψη τους, απιστούν ή παρεκκλίνουν, σάμπως η πρωτοβάθμια εξίσωση α = α να είναι μια ψευδαίσθηση, ένα λογικό υβρίδιο, ίσως ένα τραγικό λάθος της έλλογης ύπαρξης». Η λογοτεχνία έτσι συγκροτεί το δικό της αυτονομημένο κόσμο, ήρωες που αναλαμβάνουν τη ζωή τους, που εξελίσσονται, κυκλοφορούν, μέσα από άλλες υπογραφές αλλά ακόμη και μέσα από διαφορετικές αναγνωστικές εμπειρίες. Το λογοτεχνικό έτσι έργο γίνεται ο δικός μου μοναδικός καθρέπτης, η δική μου αλήθεια, ο δικός μου ρεαλισμός, το δικό μου χάσιμο. Αλλά ακόμη και εδώ όμως ο Αριστηνός δεν αναπαύεται, δεν ενδίδει στον φορμαλισμό μιας αυτοαναφορικής γραφής, αποκομμένης απ’ τις ζωικές της ριζώσεις. Θέλει να βλέπει την εσωτερική της κυκλοφορία δίπλα στο δίδυμο της αναφορικότητας της. «Γιατί η γλώσσα όταν δεν ενσωματώνει τον σύνθετο ιστό της εμπειρικής πραγματικότητας, απαγχονισμένη και ενταφιασμένη στο κενοτάφιο του κειμένου, δεν είναι παρά ένα εύρημα σε ένα αποστειρωμένο φορμαλιστικό παιγνίδι».
Η γραφή του Αριστηνού είναι απ’ αυτά τα φωτεινά ίχνη που εκθέτουν τις καταγωγές τους. Μια γραφή που παίρνει τις αποστάσεις της από τη σύγχρονη μεταμοντέρνα διάχυση, αλλά και απ’ αυτόν όμως τον αυτοερωτισμό της modernite. Η ανιστορική συνείδηση του νεωτερικού ατομικισμού, αυτό το απορφανισμένο υβρίδιο του ανθρώπου χωρίς ιδιότητες, θα είναι έτσι για τον Αριστηνό ένας «ατόφιος Homo violens».
«Να απορριφθούν τα «τοξικά απόβλητα» μιας σκέψης που έχει μολυνθεί απ’ τη συνήθεια, τη γλωσσική πτώχευση, τα περιττά λίπη και τον κορεσμένο αέρα της αδράνειας». Ο Αριστηνός αντλεί στο έργο του απ’ αυτό το βαθύ «μεταλλείο της γλώσσας». Μιας γλώσσας εύκαμπτης σε όλες τις ιστορικές της διαστρωματώσεις, ευρηματικής, αυστηρής, αρρενωπής, εριστικής. Μιας γλώσσας που βρίσκεται σε μια συνεχή «εμπόλεμη κατάσταση με τις λέξεις», λέξεις που σπαταλιούνται διαρκώς, όχι στο πληθωρισμό τους, αλλά σ' αυτή τη μυστική και διαρκή τους αυτανάφλεξη.
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου