Ο τόπος διανοίγεται, εγκαταλείπεται στη διάχυση του, μέχρι τα όρια της ολικής του εξάρνησης, του αρνητικού του ίχνους, αυτού του ίχνους της ατοπίας του, της ολικής, χωρικής του διαθεσιμότητας. Έτσι ο κάθε τόπος είναι στην πραγματικότητα μια αδυναμία του εαυτού του, η ανάδυση του στη α-δυνατότητα του Πραγματικού του ίχνους, η από-κάλυψη αυτού του ίδιου του Πραγματικού, της κατανόησης και της κατοίκησης του. Ο τόπος εν τέλει όπου ο άνθρωπος. Αυτή η τοπολογική εκτροπή του χώρου συνιστά στην ουσία και μια αντιστροφή στο επίπεδο της συμβολικής τάξης. Την πρωτεύουσα θέση δεν την κατέχει πλέον η απροσδιοριστία της χωρικής καταγωγής μας αλλά το ενσυνείδητο ίχνος της τοπογραφίας μας. Και δεν αναφέρομαι εδώ μιλώντας για χώρο σ’ αυτή την ακατοίκητη, «καθαρή έκταση» του Heidegger, αλλά στην καταγωγική αδυναμία του ίδιου του τόπου, στο σημείο μηδέν του ίχνους του. Μια χωρικότητα λαβυρινθώδη, περίκλειστη και ακοινώνητη, που δεν διατίθεται στην κοινωνία του υποκειμένου της αλλά στη ρευστότητα μόνο των κινήσεων της. Μια εγρήγορση έτσι που καθιερώνει μια πράξη, αυτή της γένεσης του τόπου, μια πράξη πένθους στην πραγματικότητα, γιατί ο τόπος θα παραχωρήσει πάλι τη θέση του στην ατοπία του θανάτου του, στην αέναη επιστροφή της χωρικότητας του. Οι σκηνές έτσι του τόπου είναι αυτές ακριβώς οι δύο στιγμές του, της ανάδυσης και της απόσυρσης του, η ένταση μεταξύ αυτών των δύο στιγμών, η μοναδικότητα και η αναμονή τους. Όταν ο τόπος γίνεται ο ίδιος μια πρόκληση του εαυτού του, μια σπάνια και μετέωρη διεμφάνιση του Πραγματικού του ίχνους στον ορίζοντα της ακίνητης τάξης του άλλου. Ένα καινό σημείο στην τάξη του κενού, ένα απόθεμα ενέργειας που εκχέεται από τις ρωγμές αυτού του ανώνυμου άλλου.
«Ο χώρος», λέει ο Heidegger, «είναι το παραχωρημένο να εισέλθει στο όριο του», στο γλωσσικό σύμπαν των ορισμών. «Η γλώσσα είναι (η ίσως έχει γίνει) ένα πράγμα του χώρου», θα πει και ο Foucault. Η οριακότητα έτσι του τόπου διαγράφεται στο απεριόριστο του χωρικού του επέκεινα. Το κάθε όριο άλλωστε δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια δεξίωση αυτού του επέκεινα. Η καμπυλότητα του κόσμου έχει λειανθεί απ’ την ίδια την εξωτερικότητα του. Και η βαρύτητα του και οι όποιες άλλες εσωστρεφείς του κινήσεις δεν είναι παρά συνθήκες που υπαγορεύονται και εκτίθενται στο φαντασιακό της εκτροπής τους, σ’ αυτή τη σκανδαλώδη και αδαπάνητη παρουσία του Έξω. Το ανάγλυφο του τόπου, όπως και οι συνθήκες του κατοικώ θα είναι πάντοτε χειρονομίες του άλλου, η «αύρα» των πραγμάτων που γίνεται εδώ και το αυθεντικό τους πεπρωμένο. Από την άλλη η απειρότητα του χώρου προσδίδει στον τόπο έναν ανοικτό ορίζοντα, μια πραγματική δυνατότητα. Ο τόπος δεν εξαντλείται στις αντικειμενικές του διαστάσεις, στο ανάγλυφο της πραγματικότητας του, αλλά διανοίγεται στη δική του απειρότητα, στη απειρότητα των σημείων του. Ο χώρος έτσι από ένα αρνητικό πεπρωμένο του τόπου γίνεται το πεδίο της ανάπτυξής του και η πρόκληση εδώ είναι αυτό ακριβώς το άπειρο να μην παραδοθεί στο ανόητο της διάρκειας του αλλά στην αλήθεια της ιστορικής του εγρήγορσης. Ο τόπος άλλωστε δεν είναι ένα κενό νοήματος, όλα τα σημεία του είναι σημεία αυτής ακριβώς της αποκάλυψης του, σημεία που αντηχούν το δικό του πεπρωμένο, τη δική του τελικότητα. Γι αυτό και οι τόποι είναι εν τέλει αυτοί που εξαντλούνται - ποτέ οι χώροι – αποσύρονται, εκβράζονται στη λήθη, στην αδυναμία της σιωπής τους, στην καταγωγική τους σαγήνη. Οι τόποι είναι εύθραυστοι εξαιτίας αυτής ακριβώς της αλήθειας τους, αυτού του αδύνατου «α» που με την απουσία του τους αποσύρει στη λήθη. Γι αυτό και οι αναδύσεις τους λαμβάνουν χώρα πάντοτε στην ατοπία του ρήγματος, στον τόπο του κενού. Οι συμβαντικές τους έτσι γενέσεις δεν έχουν προηγούμενο, δεν γενεαλογούνται, παρά εξέλκονται μόνο.
Η βιωμένη χωρικότητα του τόπου, μια ρομαντική κατά βάση θέση που προτάσσει τη ψυχολογική και εμπειρική της θεώρηση απέναντι στη λογοκρατία του Διαφωτιστικού ορθολογισμού, συγκροτεί έναν προοπτικισμό που θεμελιώνεται σ’ αυτή ακριβώς την αδυναμία του υποκειμένου, στη διαθεσιμότητα του στην έλξη του άλλου. Ο τόπος έτσι συνιστά τη διαφορά, ακριβώς επειδή δεξιώνεται τη διαφορά του άλλου, το ίχνος αυτής της ριζικής ετερότητας που έρχεται απ’ έξω. Μια ετερότητα που εγείρει και το ίχνος της υποκειμενικότητας αλλά και αυτό μαζί το τραύμα της αλλοτρίωσης της. Ήδη από τις πρώιμες φαινομενολογικές προσεγγίσεις του Husserl ο χώρος ήδη έχει αρχίσει να αναγνωρίζεται ως αυτός ο γενέθλιος τόπος της δι-υποκειμενικότητας. Μια προοδευτική χωρικότητα που εκδηλώνεται μέσω μιας σωματικής και ψυχολογικής επανάκτησης του κόσμου, αυτής της εμπειρικής του επανασυγκρότησης, μέχρι το περίφημο χαιντεγγεριανό «είναι-μέσα-στον-κόσμο», και τις ενσώματες αλήθειες του Merleau–Ponty. Απεναντίας στο χώρο αλλά και στις σύγχρονες διασυνδεδεμένες χωρικότητες το υποκείμενο διαγράφεται στην αδιαφορία του, στο απισχνασμένο του ίχνος. Στον ορίζοντα για παράδειγμα της προσομοίωσης, όπως μοναδικά μας έδειξε ο Baudrillard, δεν υπάρχει η διαφορά του άλλου, αλλά η προσομοίωση της, η τελική της εξαφάνιση. Το υποκείμενο έτσι γίνεται το περιεχόμενο του τόπου, ο τρόπος της κατοίκησης του. Όπως έχει επισημάνει και ο Heidegger το υποκείμενο είναι πάντα ένα κατοικούν υποκείμενο και ο τόπος ένας κατοικημένος από το υποκείμενο τόπος. Ο τόπος όπου το Είναι εγείρει την κατοικία του πάντα όμως υπό το βλέμμα του άλλου, «του ουρανού», ή «των θεοτήτων», όπως το αντιλαμβανόταν ο Heidegger. Σημασία έχει πάντως αυτός ο εξωτερικός ορίζοντας που συνιστά και την «διαφωρά» του τόπου. Είναι αυτό το «υπό» που χαρακτηρίζει τον τόπο ως αυτόν πάντα τον τόπο του άλλου, τον τόπο που δεν ανήκει παρά στο εφήμερο ίχνος της κατοίκησης του, που γίνεται και το εφήμερο του ίδιου του τόπου. Γιατί αν ο τόπος είναι ο κατοικημένος τόπος και η κατοίκηση του είναι μια εφήμερη κατοίκηση, τότε ο τόπος είναι ένα εφήμερο ίχνος, μια διασαλευμένη και διασκορπισμένη ολότητα που καλείται το υποκείμενο, πάντα υπό το βλέμμα του άλλου, να τον «περισυλλέξει» και να τον μορφοποιήσει, να τον καταστήσει δυνατό, ορατό, και αληθινό. «Η γέφυρα περισυλλέγει τη γη ως τοπίο γύρω απ’ τον ποταμό», αυτή η σαγηνευτική φράση του Heidegger από το «Κτίζειν, κατοικείν, σκέπτεσθαι», που καθιερώνει την αρχιτεκτονική χειρονομία ως μια χειρονομία αποκαλυπτική του κόσμου, μια χειρονομία που συλλέγει και συνθέτει όλα τα διασκορπισμένα σημεία του αφιερώνοντας τα στην ενότητα του. Είναι σαφής: «αυτό που συμβαίνει δεν είναι το γεγονός ότι η γέφυρα στήνεται σ’ έναν τόπο, αλλά το γεγονός ότι απ’ την ίδια τη γέφυρα γεννιέται κατ’ αρχάς ένας τόπος». Η αρχιτεκτονική γίνεται έτσι η χειρονομία που ορίζει τον τόπο, που τον περί-γράφει, εγκαταλείποντας τον στην εξωτερικότητα του, στο ίχνος αυτού του Έξω που τον περιβάλλει. Η αρχιτεκτονική δεν είναι η χειρονομία του Εγώ, της οικείας συνείδησης, όπως το έβλεπε ο Bachelard, αλλά αυτή η χειρονομία του εξωτερικού άλλου που εγείρει τη δική μου καλύβι, τη σκηνή της δικής μου μοναδικής κατοίκησης, μέσα στον κόσμο του. Αυτή τη σκηνή του αποκλεισμού μου αλλά και της επανεισόδου μου στον κόσμο. Ο Levinas βέβαια το έχει πει τόσο ωραία: «ερχόμαστε στον κόσμο όχι από ένα ανοικτό σύμπαν αλλά μέσα από τους τέσσερις τοίχους ενός σπιτιού». Είναι μάλιστα αυτή ακριβώς η έξωση από τον τόπο του άλλου που διανοίγει και την έσχατη δυνατότητα της μόνωσης μας. Ο αποκλεισμός μου στην καλύβη του εαυτού γίνεται και ο μόνος τρόπος που μου παρέχει ο άλλος για να συνυπάρχω μαζί του, για να υποφέρω την εξωτερικότητα του, αυτή την ίδια την εξωτερικότητα του κόσμου. Δεν θα υπάρξει άλλη προστασία για τον άνθρωπο από την προστασία που του παρέχουν τα τέσσερα ντουβάρια, όπως χαρακτηριστικά έλεγε ο Πεντζίκης.
Η έξωση έτσι γίνεται εδώ μια έσωση, μία περίκλειστη μόνωση στον τόπο της απεύθυνσης του εαυτού, μια αδιαφανής χωρικότητα, που δεν επιμερίζεται, αλλά δαπανάται ακέραια και μ’ αυτή μάλιστα την μπασελαριανή της θέρμη. Το Έξω υπάρχει τώρα πιο έντονο εδώ μέσα, καθότι είναι αυτό που ορίζει τον τόπο, τον τόπο του Είναι, την καθήλωση του στη θέα του κόσμου που θα είναι για πάντα αυτή η θέα του άλλου. Η μετρική έτσι του πλαισίου, της πόρτας ή του παραθύρου, θα γίνει και ο μόνος ασφαλής κώδικας αυτής της επικοινωνίας. Όταν ο Le Corbusier θα χτίσει το σπίτι της μητέρας του το 1923 στην όχθη της λίμνης Λεμάν στην Ελβετία, θα το περικλείσει ολόγυρα με έναν ψηλό μαντρότοιχο, έναν τοίχο που θα αποκλείσει το σπίτι απ’ τη θέα του κόσμου. Θα ανοίξει όμως ένα μικρό παράθυρο σ’ αυτό το εξωτερικό κέλυφος που θα επιτρέπει στο βλέμμα μια μοναδική θέαση, μια κλεφτή ματιά στον τόπο του άλλου. Η κατανόηση έτσι του κόσμου γίνεται πλέον μέσω της αρχιτεκτονικής του πλαισίωσης, εκεί όπου η ρευστότητα των κινήσεων του διαγράφεται στον ημερήσιο κύκλο της οικειότητας του ρήματος κατοικώ. Το αρχιτεκτονικό έτσι ίχνος γίνεται πράγματι ένα καταστατικό ίχνος, ένα αφετηριακό γεγονός, καθώς χωροποιεί τον κόσμο ιχνογραφώντας τις «διαφωρές» του. Μια χειρονομία που αποστασιοποιείται από τη ρευστή και διάχυτη φυσικότητα του χώρου και επικεντρώνεται στη συνθήκη της επί-κοινωνίας του, στην αισθητική και νοητική σύλληψη του πλαισίου της. Η διαφορά του άλλου εντοπίζεται ακριβώς στα σημεία αυτής της διαλεκτικής του διεμφάνειας. Και θα είναι μάλιστα στον ύστερο Le Corbusier που αυτά τα φέροντα στοιχεία του κτηρίου θα οργανώνονται συνεχώς γύρω απ’ αυτή την ελευσόμενη αύρα του άλλου. Αυτός ο ενιαίος κενός χώρος καθ’ ύψος στις οικοδομές του που θα οργανωθεί πάνω στη δεξίωση της άπειρης χωρικότητας του κόσμου, του «άρρητου χώρου» του. Όταν ο άλλος επιστρέψει στη τυφλότητα των σημείων του τότε έχουμε να κάνουμε με μυστικούς τόπους, με αδιαφανείς περιοχές που δεν διατίθεται αλλά υπομένουν το κενό της μοναξιάς τους. Στο «Εκείνος που δεν με συντρόφευε», του Μωρίς Μπλανσώ, ο ήρωας διασχίζει έναν μακρύ, υποφωτισμένο διάδρομο, πλαισιωμένο από πόρτες που από μέσα τους ακούγονται αναστεναγμοί. Δεν θα μάθουμε ποτέ όμως αν αυτός ο διάδρομος είναι ένας διάδρομος ξενοδοχείου ή νοσοκομείου, αν οι αναστεναγμοί που ακούγονται είναι αναστεναγμοί πόνου ή αναστεναγμοί ηδονής. Το ίδιο και με το δωμάτιο που βρίσκεται ο ετοιμοθάνατος Μαλλόν του Μπέκετ και καταγράφει τις αναντίστοιχες με την πραγματικότητα σκέψεις του. Είναι και οι δύο χώροι αγνώστου ταυτότητας, μοναχικά και αδιάγνωστα συμβάντα. Ετεροτοπικές συνθήκες που απολύουν μέσα στην αδιαφάνεια τους αυτή την ίδια την εικόνα του κόσμου, την δυνατότητα της καθολικής του αναπαράστασης. Δεν είναι ο Άλλος έτσι που διαταράσσει το Είναι μου αλλά η έκλειψη του, μια έκλειψη που δεν θα εγγράψει όμως ποτέ και «διαφωρά». Οι ετεροτοπικές έτσι συνθήκες δεν περιγράφουν τον τόπο, αλλά διαγράφουν ένα ανησυχαστικό και αναστοχαστικό περιβάλλον, μια χωρικότητα εγκαταλελειμμένη στο Πραγματικό του τοπικού, στη συμβαντικότητα της ελευσόμενης και καινοποιούς του εικονοποιίας. Στο σύγχρονο, που δεν είναι τελικά και τόσο σύγχρονο, εικονικό, τεχνοεπιστημονικό περιβάλλον ο «ιδεατός απόλυτος χώρος» του Kant αποσύρεται όχι στον εμπειρικό εντοπισμό του, όπως στον Heidegger, αλλά μέσα στο περιβάλλον των άπειρων μορφικών αναδιπλασιασμών του. Μια απροσδιοριστία που δεν ανιχνεύει καμιά τοπική αναφορά, ούτε καν μια δομική αντιστροφή αλλά αυτή την ολική εκπραγμάτιση, την διάθεση μας στην λιμπιντική της απώθησης.
Οι εικονικές, αποκαλυπτικές χωρικότητες που εκτοπίζουν σήμερα την εμπειρία διασυνδέουν τη επιθυμία σε μια δυνητική τροχιά υπερδιασύνδεσης, τόσο όμως πέραν των συνόρων που το παράδειγμα της δεν υφίσταται πια. Η εικονικότητα αυτής της χωρικής εμπειρίας γίνεται έτσι μια εξάρνηση του ίδιου του εαυτού της, μια αρνητική, απισχνασμένη δομή αφιερωμένη στην διαρκή της αποδόμηση. Χαρακτηρίζεται απ’ αυτό το ντελεζιανό «μίσος για την εσωτερικότητα» που εγκαταλείπεται σ’ ένα αφηρημένο και απεδαφικοποιημένο πεδίο άπειρων κωδικοποιήσεων και αυτοματισμών. Οι ντελεζιανές και γκουαταριανές πτυχώσεις των «χιλίων πλατωμάτων» δεν ανταποκρίνονται έτσι εκ της φύσεως τους σε ένα στέρεο, αρχιτεκτονικό, τοπολογικό ορίζοντα αλλά στην εκτροπή του, στη μεταφυσική της «κινητικότητας» του. Η τοπικότητα εδώ δεν είναι πλέον η αποκαλυπτική του οικείου χώρου, αλλά η αμφισημία του, το απροσδιόριστο και αδύνατο ίχνος του. Το ίχνος της επιθυμίας που διαγράφεται ακριβώς τη στιγμή της ολικής του απόσυρσης και απώθησης. Γι αυτό και το σκάνδαλο μέσα στην εικονικότητα δεν θα είναι ποτέ ο δυνητικός της ορίζοντας, αυτός ο ορίζοντας της σαγήνης, όπως υποστηρίζει ο Baudrillard, αλλά ο τόπος της εκτροπής της, το παράσιτο που θα την εκβάλει και πάλι στα λασπόνερα του Πραγματικού, σ’ αυτά τα λασπόνερα που υπάρχουν όμως ήδη στο Στάλκερ του Tarkovsky. Όταν εκλείπει η δομή του τόπου, στο σύμπαν της απεριόριστης απελευθέρωσης του, τότε αυτό που εγείρεται είναι αυτό ακριβώς το απωθημένο πεδίο, το σύμπτωμα του τόπου, το ίχνος που φέρει πάνω του ο τόπος, το τραύμα που του αφήνει το Πραγματικό. Γίνεται έτσι ένα προκλητικό πεδίο, ένα αληθινό συμβάν, αυτό το συμβάν του τόπου, που κομίζει στη διάχυση των πραγματικοτήτων τη δυνατότητα της εγγραφής του, μια πράξη που θα ιστορικοποιεί και θα σηματοδοτεί εφεξής την ίδια την επιθυμία. Αυτή η εγγραφή του χωρικού ίχνους στην τοπογραφία του πόθου είναι στην πραγματικότητα κάτι παραπάνω από μια φαινομενολογική εκτροπή, με την έννοια της αντιστρεψιμότητας των φαινομένων. Ο τόπος δεν είναι μόνο μια εκτροπή σημείων, των σημείων της χωρικής επιθυμίας, αλλά η ανάδυση μιας νέας δυνατότητας του Είναι. Η επιφάνεια έτσι του χωρικού διαβρώνεται και εγχαράσσεται από τις εγγραφές μιας βιωμένης αλλά και αδύνατης μαζί εμπειρίας. Είναι αυτό «το βάθος της επιφάνειας», όπως λέει ο Μούζιλ, που δίνει στα σημεία του φαντασιακού χώρου ένα οντολογικό βάθος, μια υπαρκτική δυνατότητα προοπτικής. Ο τόπος έτσι εγγράφεται σ’ αυτή ακριβώς την ευθραυστότητα της μέριμνας του. Μια επανάπαυση και ο τόπος πάλιν υποχωρεί στην οντολογική του αδιαθεσία, στις φαντασιακές του πτυχώσεις. Ο Άλλος με εντοπίζει στον τόπο και με εκτοπίζει στη σκηνή της σαγήνης του. Αυτή η ετεροτοπική συνθήκη της ίδιας της γλώσσας, της γλώσσας της επιθυμίας, της επιθυμίας του άλλου. Η δυνατότητα της κατοίκησης της όχι στον οικείο τόπο του Heidegger αλλά στο ανοίκειο, στην αδυνατότητα μόνο του άλλου. Η σαγήνη έτσι του τόπου είναι η σαγήνη που του ασκεί ο άλλος, ο άλλος που δεν είναι τόπος, γι αυτό και ο τόπος θα ναι πάντα ο τόπος της απεύθυνσης και της επίκλησης σ’ αυτόν τον άλλον. Μια αδυνατότητα που κάνει και την ίδια την επίκληση μια αδύνατη επίκληση, μια επίκληση θανάτου. Γιατί όσο απευθυνόμαστε σ’ αυτόν τον άλλον τόσο αποσυρόμαστε, τόσο βυθιζόμαστε στο καταγωγικό μας μηδέν που θα γίνει στο τέλος όμως και το μηδέν της ίδιας της επιθυμίας. Το παραπάνω κείμενο ήταν η συμμετοχή μου στο 4o DaseinFest2011.
Οι φωτογραφίες είναι του Marco Anelli
1 σχόλια:
Μπροστά στον θάνατο ο τόπος ειναι ενα σουβενίρ για την ψυχή
Δημοσίευση σχολίου